χρυσήρης
χρυσήρης, furnished
χρῡσ-ήρης, ες,
- furnished or decked with gold, golden, οἶκοι E. Ion 157 (lyr.); Ἄρκτος στρέφουσʼ οὐραῖα χρυσήρη πόλῳ ib. 1154; ναῶν θριγκοί Id. IT 129 (lyr.).
χρυσ·ήρης, ης, ες [ῡ] incrusté d’or, Eur. Ion 157, 1154 ; I.T. 129.
Étym. χρ. *ἄρω.
χρυσήρης, [ῡ], ες, mit Gold befestigt, goldgefügt, aus Gold gearbeitet, Eur. πόλος, οἶκος, Ion 159, 1159, ναῶν θριγκοί I.T. 129.
χρυσήρης
χρῡσ-ήρης, ες
ἀραρίσκω
- furnished or decked with gold, golden, Eur.