χρυσεοστέφανος Save LSJ Pape χρῡσεο-στέφᾰνος, ον, f.l. for χρυσοστέφανος (q. v.). χρυσεοστέφανος, [ῡ], = χρυσοστέφανος, Eur. Ion 1085, κόρα.