χρυσεόσκαπτρος
χρυσεόσκαπτρος, with golden sceptre
χρῡσεό-σκαπτρος, Dor. for *χρῡσεό-σκηπτρος, ὁ,
- with golden sceptre, epith. of Zeus, B. 8.100.
χρυσεόσκαπτρος, with golden sceptre