χυδαιότης
χυδαιότης, vulgarity
χυδαιότης, ητος, ἡ,
- vulgarity, Jul. Gal. 43b, 238b.
χυδαιότης, ἡ, Gemeinheit, bes. des Ausdrucks, Phot. bibl. cod. 196.
χυδαιότης, vulgarity