Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
χυματίζω
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
χυδαΐζομαι
χυδαΐζω
χυδαϊκῶς
χυδαιολογία
χυδαῖος
χυδαιότης
χυδαιόω
χυδαϊστί
χυδαίως
χύδαν
χυδανός
χύδην
χυθείη
χυθρίδιον
χυθρόγαυλος
χυλάριον
χυλιάζω
χυλίζω
χύλισμα
χυλισμός
χυλιστά
χυλοειδής
χυλοποιέω
χυλός
χυλόω
χυλώδης
χύλωμα
χύλωσις
χυλωτός
χύμα
χυματίζω
χυμάτιον
χυμεία
χὐμεῖς
χυμένη
χύμενος
χύμευσις
χυμευτικός
χυμεύω
χυμίζω
χυμικός
χυμίον
χυμοειδής
χυμός
χυμόω
χυμώδης
χύμωσις
χύντο
χύνω
χυρβιάζω
χύρρα
χυρράβιος
χυρρεῖον
χύσις
χυσταία
χύστος
χυστός
χυτήρ
χύτης
χυτικός
χυτλάζω
…
χυματίζω
Save
Pape
χυματίζω
,
in Wasser auflösen, anfeuchten, benetzen, Schol. Ar. Plut
. 720.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}