χυλάριον
χυλάριον, a little juice
χῡλ-άριον, τό,
- Dim. of χυλός, a little juice, Damocr. ap. Gal. 14.96; ὁ Φάλερνος χ. σταφυλίου M.Ant. 6.13.
χυλάριον, ου (τὸ) [ῡᾰ] dim. de χυλός, M. Ant. 6, 13.
χυλάριον, [ῡ], τό, dim. von χυλός, Suid.