ἀκαμπία
ἀκαμπία, inflexibility
Could not find ἀκαμπίην in Logeion dictionaries.
ἀκαμπίην Noun: feminine accusative singular of ἀκαμπία
ἀκαμπ-ία, Ion. -ιη, ἡ,
- = ἀκαμψία, Hp. Art. 55.
*ἀκαμπία, ion. ἀκαμπίη, ης (ἡ) c. ἀκαμψία, Hpc. Art. 822.
ἀκαμπία, ἡ, Unbiegsamkeit, Hippocr.