ἀκανθήεις
ἀκανθήεις, thorny, prickly
ἀκανθ-ήεις, εσσα, εν,
- thorny, prickly, Nic. Th. 638.
espinoso
πετάλειον
ἀκανθήεις, ήεσσα, ῆεν [ᾰκ] épineux, Nic. Th. 638.
Étym. ἄκανθα.
ἀκανθήεις, εσσα, εν, stachlig, πέταλον, Nic. Th. 638.