ἀκανθέα
ἀκανθ-έα, ἡ,
- = ἄκανθα Αἰγυπτία, PLond. 2.214.13 (iii A. D.).
bot. árbol de la goma, Acacia nilotica (L.) Delile,
ἀκανθέας δύο ζωφυτοῦσας ὑπερμεγέθεις