ἀκαυτηρίαστος
ἀκαυτηρίαστος, not branded
Could not find ἀκαυτηριάστων in Logeion dictionaries.
ἀκαυτηριάστων feminine genitive plural, masculine genitive plural, neuter genitive plural of ἀκαυτηρίαστος
ἀκαυτ-ηρίαστος, ον,
- not branded, of horses, Str. 5.1.9.
ἀκαυτηρίαστος, v. ἀκαυστηρίαστος.