ἀμέθυσος
1 amatista
ἀ. λίθος
ἁ λίθος ἔστ' ἀμέθυσος, ἐγὼ δ' ὁ πότας Διόνυσος
γλαυκῆς βηρύλλοιο καὶ αἱμαλέης ἀμεθύσσου
2 cierta planta Hsch.
ἀ·μέθυσος, ος, ον [ῠ]
1 qui prévient ou dissipe l’ivresse, Diosc. 1, 176 ||
2 subst. ὁ ἀμέθυσος, Jos. A.J. 3, 7, 5 ; ou τὸ ἀμέθυσον, Th. Lap. 30, etc., c. ἡ ἀμέθυστος.
Étym. v. ce mot.
ἀμέθυσος, sp. Form für ἀμέθυστος.