ἀναίδητος
ἀναίδητος, shameless (ἀναιδής)
ἀναίδητος, ον, = foreg., A.R. 3.92, 4.360.
1 desvergonzado
2 impúdico
ἰότης
de Medeaπρόσωπον
ἀν·αίδητος, ος, ον, c. ἀναιδής, A. Rh. 3, 92 ; 4, 360.
Étym. ἀναιδέομαι.
ἀναίδητος, = ἀναιδής, Ap.Rh. 3.92, 4.360.