ἀναιμότης
ἀναιμότης, ητος, ἡ,
- = ἀναιμία, Arist. PA 676a31.
carencia de sangre
τοῦ πλεύμονος
ἀναιμότης, ητος (ἡ) c. ἀναιμία, Arstt. P.A. 4, 1, 2.
ἀναιμότης, ητος, ἡ, = ἀναιμία, Arist. part. an. 4.1.