ἀταφία
ἀταφία, want of burial
ἀτᾰφία, ἡ,
- want of burial, J. AJ 13.15.5, Luc. Salt. 43, Plu. Marc. 30.
privación de sepultura
καθυβρίζειν ἀταφίᾳ μου θελήσουσι τὸν νεκρόν
ἡ τῶν πεσόντων ἀταφία
τῆς ἀταφίας παραλόγως οὕτως τῷ Μαρκέλλῳ γενομένης
ἀταφία, ας (ἡ) [τᾰ] privation de sépulture, Plut. Luc. Salt. 43 ; Jos. A.J. 13, 15, 5.
Étym. ἄταφος.
ἀταφία, ἡ, das Nichtbegrabensein, Plut. Marcell. 30, Luc. salt. 43.
ἀταφία
From ἄταφος
- want of burial, Luc.