ἀταρπιτός
ἀταρπῐτός, ἀταρπός, Ion. for ἀτρ- (qq.v.).
ἀ·ταρπιτός, οῦ (ἡ) [ᾰτῐ] c. ἀτραπιτός, Il. 18, 565 ; Od. 17, 234 ; Opp. Nonn.
ἀταρπιτός, ἡ, ion. = ἀτραπιτός, Il. 18.565, Od. 17.284 u. sp.D.
ἀταρπιτός
-οῦ, ἡ
[metathesis of ἀτραπιτός.]
= ἀταρπός. Il. 18.565: Od. 17.234.
ἀταρπιτός (ἀταρπός): path, Il. 18.565 and Od. 17.234.