ἐμπρησμός
ἐμπρησμός, burning
Could not find ἐμπρησμοῦ in Logeion dictionaries.
ἐμπρησμοῦ masculine genitive singular of ἐμπρησμός
1 incendio esp. en situación bélica SIG 679.85 (Magnesia del Meandro II a.C.), Plu.2.824e, SB 16258.6 (II d.C.),
τῆς βασιλικῆς αὐλῆς
τὸν ἀνδριάντα ἐμπρησμῷ διαφορηθέντα
κατὰ τὴν οἰκίαν
οἰκοδομημάτων
λοιμούς, ἐμπρησμούς, ἀφορίας καρπῶν
• fig.,
ὁ τῶν ἐπιθυμιῶν ἐ.
ἀμφιλαφὴς ἐ.
2 gran incendio, conflagración
ἐ. μέγας αἰθέριος κατὰ γαῖαν