ἐμποριωνήτας
ἐμποριωνήτας, farmers of the tax paid by ἔμποροι
ἐμπορ-ιωνήτας (-ιδον- cod.) ·
- ἐνοικίου πρακτῆρας, i.e. those who farm the tax paid by ἔμποροι, Hsch.