Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἐμπορῖται
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Ἐμπονή
ἐμπόνημα
ἐμπόνησις
ἔμπονος
ἐμπόνως
ἐμπορεία
ἐμπορεῖον
ἐμπόρευμα
ἐμπορεύομαι
ἐμπορευτέα
ἐμπορευτικός
ἐμπορεύω
ἐμπορητικός
ἐμπορία
Ἐμπορίαι
ἐμποριαρχέω
ἐμποριάρχης
ἐμπορίαρχος
ἐμπορίδαι
ἐμπορίδια
ἐμπορίζομαι
ἐμπορίζω
ἐμπορίη
ἐμπορικός
Ἐμπορικός
ἐμπορικῶς
ἐμποριοδονήτας
ἐμπόριον
Ἐμπόριον
ἐμπόριος
ἐμπορῖται
ἐμπορίτης
ἐμποριωνήτας
ἔμπορος
ἐμπορπάομαι
ἐμπορπάω
ἐμπόρπημα
ἐμπορπόομαι
ἐμπορπόω
ἐμπορφυρίζω
ἐμπόρφυρος
ἐμποτάομαι
ἔμποτος
Ἔμπουσα
ἐμπρακτικός
ἔμπρακτος
ἐμπράκτως
ἔμπραξις
ἐμπράσσω
ἐμπραΰνω
ἔμπρεον
ἐμπρέπεια
ἐμπρεπής
ἐμπρέπω
ἐμπρήζω
ἐμπρήθω
ἔμπρησις
ἔμπρησμα
ἐμπρησμός
ἐμπρηστής
ἐμπρίζω
…
ἐμπορῖται
Save
LSJ
ἐμπορ-ῖται·
μέτοικοι,
Hsch.
(
-ίσαι
cod.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}