ἑτεροχροιότης
ἑτεροχροιότης, difference of colour
Could not find ἑτεροχροιότητας in Logeion dictionaries.
ἑτεροχροιότητας feminine accusative plural of ἑτεροχροιότης
ἑτερο-χροιότης, ητος, ἡ,
- difference of colour, Pyrrho ap. D.L. 9.86.
ἑτεροχροιότης, ητος (ἡ) c. ἑτερόχροια, Pyrrh. (DL. 9, 86).
ἑτεροχροιότης, ητος, ἡ, Verschiedenfarbigkeit, DL. 9.86.