ἑτέρωσις Save Bailly 2024 Pape ἑτέρωσις, εως (ἡ) changement, M. Ant. 4, 39. Étym. *ἑτερόω, d’ἕτερος. ἑτέρωσις, ἡ, die Veränderung, M.Anton. 4.39.