ἑτερόχροιος Save LSJ Bailly 2024 Pape ἑτερό-χροιος, ον, = ἑτερόχρους, Polem.Phgn. 9. ἑτερό·χροιος, ος, ον, c. ἑτερόχροος, Polém. Physiogn. 1, 6. Étym. ἕ. χρόα. ἑτερόχροιος, = ἑτερόχροος, Polem. Physiogn. 1.6.