Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
βίασμα
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Βιαβάνα
Βιαδίκη
βιάζομαι
βιάζω
βιαθάνατος
βιαιοελυπίου
βιαιοθανασία
βιαιοθανατέω
βιαιοθάνατος
βιαιοκλώψ
βιαιόκλωψ
βιαιολεχής
βιαιομάχας
βιαιομαχέω
βιαιομάχος
βίαιος
βιαιότης
βιαιόω
βιαίως
Βίαννα
Βιαντιάδης
Βιάνωρ
βιαρκής
βιάρπαγος
βιάρχης
βιαρχία
βίαρχος
Βίας
βιάσανδρα
βιασάνδρα
βίασμα
βιασμός
βιαστέον
βιαστέος
βιαστήρ
βιαστής
βιαστικός
βιαστός
βιατ-
βιατάς
βιατήριον
Βιατία
βιάτικον
βιάτωρ
βιαφορέω
βιάω
βιβάζω
Βίβακον
Βίβακτα
Βιβαλοί
βιβάριον
βιβάς
βιβάσθω
βιβάσθων
βίβασις
Βίβασις
βιβαστής
Βιβάστιος
Βίβαστος
βιβάω
βίβημι
…
βίασμα
Save
DGE
βίασμα
-ματος, τό
violencia
,
crimen
Eus.M.23.117A.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}