βιαστός Save βιαστός, violent LSJ Bailly 2024 βῐασ-τός, ή, όν, violent, πράγματα Chor. in Lib. 4.793 Reiske. βιαστός, ή, όν, contraint, forcé, Lib. 4, 793. Étym. vb. de βιάζω.