Βοιβιάς
Βοιβιάς, Boibian
Βοιβιάς, άδος, adj. f. : Β. λίμνη, Hés. (Str. 422) ; Pd. P. 3, 60, c. le préc.
Βοιβῐάς
- 1Boibian lake in Thessaly. πέμψεν κασιγνήταν ἐς Λακέρειαν, ἐπεὶ παρὰ Βοιβιάδος κρημνοῖσιν ᾤκει παρθένος P. 3.34