Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
βοθρώδης
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
βοηλασία
βοηλασίη
βοηλάτας
βοηλατέω
βοηλάτης
βοηλατική
βοηλατικός
βοηλάτις
βόημα
βοηνόμος
βόηξ
βοήροτος
βόης
βόησις
βοητής
βοητικός
βοητός
βοητύς
βόθρευμα
βοθρεύω
βοθρέω
βοθρίζω
βοθρίον
βόθριον
βοθρίσκος
ΒοθρόϜα
βοθροειδής
βοθρόομαι
βόθρος
βοθρόω
βοθρώδης
βοθύνιον
βόθυνος
Βόθυνος
βοθυνωτής
βοῖ
Βοιαί
Βοιαῖος
Βοϊανόν
Βοιάτης
Βοιατικός
Βοιβαῖος
Βοίβη
Βοιβηΐς
Βοιβηίς
Βοιβιάς
Βοίβιος
Βοῖβος
βοιδάριον
Βοίδας
βοίδης
βοΐδης
βοίδιον
βοΐδιον
Βοΐδιον
Βοϊδίων
Βοιηδρομιών
βοιηθέω
βοιθός
Βοιΐδιον
βοικ-
…
βοθρώδης
Save
DGE
βοθρώδης
-ες
en forma de hoyo
,
hundido
κοιλότης τοῦ προσώπου
Ruf.
Anat
.9.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}