Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
βόθρευμα
DGE
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
βοηθήσιμος
βοήθησις
βοηθητέον
βοηθητέος
βοηθητικός
Βοήθιος
Βοηθοΐδης
βοηθόος
βοηθός
Βόηθος
Βοηθός
βοηθοῦρα
βοηλασία
βοηλασίη
βοηλάτας
βοηλατέω
βοηλάτης
βοηλατική
βοηλατικός
βοηλάτις
βόημα
βοηνόμος
βόηξ
βοήροτος
βόης
βόησις
βοητής
βοητικός
βοητός
βοητύς
βόθρευμα
βοθρεύω
βοθρέω
βοθρίζω
βοθρίον
βόθριον
βοθρίσκος
ΒοθρόϜα
βοθροειδής
βοθρόομαι
βόθρος
βοθρόω
βοθρώδης
βοθύνιον
βόθυνος
Βόθυνος
βοθυνωτής
βοῖ
Βοιαί
Βοιαῖος
Βοϊανόν
Βοιάτης
Βοιατικός
Βοιβαῖος
Βοίβη
Βοιβηΐς
Βοιβηίς
Βοιβιάς
Βοίβιος
Βοῖβος
βοιδάριον
…
βόθρευμα
Save
DGE
Pape
βόθρευμα
-ματος, τό
hoyo
,
fosa
,
Poliorc
.212.4.
βόθρευμα
, τό,
die Grube
, Eust.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}