δημοκοπία
δημοκοπία, courting the mob
δημοκοπ-ία, ἡ,
- courting the mob, D.H. 6.60, IG 4.1153 (Epid.); bribery, Plu. Dio 47: pl., Str. 14.5.14, Ph. Fr. 33 H., App. BC 1.34.
halago del pueblo, captación del favor popular, demagogia
δ. καὶ πλήθους ἀρέσκεια
δημοκοπίαις ἰσχύων
δ. καὶ τυραννικῶν ἔργων ἐπιθυμία
ἡ τοῦ Βρούτου δ.
τοῦ πολιτεύματος ἐξελεῖν δημοκοπίαν
τὰ δ' ἐν Ῥώμῃ ... ὁ Κικέρων ἦγεν ὑπὸ δημοκοπίας
οὐ νόμων εἰσηγήσεις ἔτι οὐδὲ δημοκοπίαι
πομπεία καὶ δ. τῶν λόγων
δημοκοπία, ας (ἡ) recherche de la faveur populaire par la brigue, DH. 6, 60 ; 7, 15 ; Plut. Dio. 47 ; App. Hann. 7, 17 ; Civ. 2, 21 ; 3, 60 ; au plur. App. It. 9.
Étym. δημοκόπος.
δημοκοπία, ἡ, Haschen nach Volksgunst, Dion.Hal. 6.60.