Καλλιάναξ
Καλλι·άναξ, άνακτος (ὁ) [ᾰν] Kallianax, h. Pd. O. 7, 171, etc.
Étym. κάλλος, ἄναξ.
Καλλῐᾰναξ ancestor of Diagoras of Rhodes.
- 1μὴ κρύπτε κοινὸν σπέρμʼ ἀπὸ Καλλιάνακτος O. 7.93