καλλιγέφυρος
καλλιγέφυρος, with beautiful bridges
καλλι-γέφῡρος, ον,
- with beautiful bridges, ποταμός E. Rh. 349 (lyr.).
καλλι·γέφυρος, ος, ον [ῐῡ] au beau pont, Eur. Rhes. 349.
Étym. κ. γέφυρα.
καλλιγέφυρος, mit schöner Brücke, ποταμός Eur. Rhes. 349.
καλλιγέφυρος
καλλι-γέφῡρος, ον
γέφυρα
- with beautiful bridges, Eur.