καλλιαστράγαλος
καλλιαστράγαλος, with fine ankle
καλλῐαστράγᾰλος [ᾰγ], ον,
- with fine ankle, Arist. HA 499b22.
καλλι·αστράγαλος, ος, ον [ᾰγᾰλ] qui a une belle cheville, un beau talon, Arstt. H.A. 2, 1, 33.
Étym. κάλλος, ἀστράγαλος.
καλλιαστράγαλος, mit schönen Knöcheln, Arist. H.A. 2.1.