καλλίγλουτος
καλλί-γλουτος, ον,
- = καλλίπυγος, Nic. Fr. 23.
καλλί·γλουτος, ος, ον, aux belles fesses, Nic. (Clém. 33).
Étym. κ. γλουτός.
καλλίγλουτος, mit schönen Hinterbacken, Ἀφροδίτη Nic. bei Clem.Al. p. 33.