Μολοσσίς
Μολοσσίς, att. Μολοττίς, ίδος [ῐδ] adj. f. du pays des Molosses : ἡ Μ. (s. e. χώρα) Plut. M. 297b, le pays des Molosses.
Étym. Μολοσσός.
Μολοσσίς f. adj.,
- 1Molossian Μολοσσίδα γαῖαν ἐξίκετʼ (sc. Νεοπτόλεμος) Pae. 6.109