μολίβιον
μολίβιον, leaden tube
μολῐβ-ιον, τό,
- Dim. of μόλιβος, leaden tube, Antyll. ap. Orib. 10.19.5:
μολίβιον, ου (τὸ) c. le préc. Méd. p. 310 Matthäi.
μολίβιον, leaden tube