μολιβουργός Save LSJ Bailly 2024 Pape μολῐβουργός, ὁ, = μολυβδουργός, Procl. Par.Ptol. 251. μολιβουργός, ός, όν [ῐ] c. μολυβδουργός, Procl. Ptol. p. 251. μολιβουργός, = μολυβδουργός, Procl.