μολοβρίτης Save μολοβρίτης, greedy fellow LSJ Pape μολοβρ-ίτης [ῑ] ὗς, = μολόβριον, Hippon. 77. μολοβρίτης, ὁ, = μολοβρός, ὗς, Hipponax bei Ael. H.A. 7.47.