μολοσσίαμβος Save LSJ Bailly 2024 μολοσσίαμβος [ῐ] (sc. πούς), ὁ, the foot _ _ _⏑_, Diom. p.481 K. μολοσσ·ίαμβος, ου (ὁ) agencement d’un molosse et d’un ïambe, Diom. 428, 21. Étym. μ. ἴαμβος.