Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μολοσσοσπόνδειος
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μολιβοειδής
μολιβόομαι
μόλιβος
μολιβοσφιγγής
μολιβουργός
μολιβοῦς
μολιβόω
Μολίονε
Μολίονες
Μολιόνη
Μολιονίδαι
μόλις
μολίσκω
Μολίων
μολόβριον
μολοβρίς
μολοβρίτης
μολοβρίτης ὗς
μολοβρός
Μόλοβρος
Μολόεις
μολόθουρος
Μόλορκος
Μόλος
Μολοσσία
μολοσσίαμβος
Μολοσσικός
Μολοσσίς
μολοσσοπύρριχος
Μολοσσός
μολοσσοσπόνδειος
μολοῦμαι
μολουρίς
Μολουρίς
μόλουρος
μολοῦσα
μολούω
μόλοφθος
Μολόχ
μολόχη
μολόχινος
μολόχιον
μολοχίτης
μολοχίτης λίθος
μολοχῖτις
μόλοχος
μολπά
Μολπαγόρας
Μολπαδία
μολπάζω
μολπαῖος
μολπαρχέω
μολπαστάς
μολπαστής
μολπάστρη
μολπάστρια
μολπᾶτις
μολπεύω
μολπή
μολπηδόν
μολπῆτις
…
μολοσσοσπόνδειος
Save
LSJ
μολοσσοσπόνδειος (sc.
πούς
), ὁ, the foot _ _ _ _ _, Diom. p.482 K.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}