Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μογερῶς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Μνήσων
Μνησωνίδης
μνητοί
μνιαρός
μνίειν
μνιόεις
μνίον
μνιός
μνιώδης
μνοΐα
μνοία
μνοῖον
μνοΐτης
μνόος
μνούδιον
μνοῦνες
μνοῦς
μνωά
μνῴα
μνωΐα
μνωΐτης
μνωόμενος
μνώοντο
μνώσκει
μνῴτης
μογγάς
μογγιλάλος
μογγός
μογείω
μογερός
μογερῶς
μογέω
μόγημα
μογηροφόρος
μογηφόρος
μογιάω
μογιλαλία
μογιλάλος
μογίομες
μόγις
μογισαψεδάφα
μογισαψέδαφος
μογξοῦντες
μογολάλος
μόγος
μογοστοκία
μογοστόκος
μόδα
Μοδέρατος
Μόδεστος
μοδίολος
μόδιος
μοδισμός
μόδον
μόδος
Μόδρα
μοεύω
μοεύων
μόθαξ
μόθος
μόθουρα
…
μογερῶς
Save
Bailly 2024
μογερῶς,
adv.
péniblement,
Man.
1, 146
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}