Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Μόρσων
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μορμύνω
μορμυρίζω
μορμυρίων
μορμύρος
μορμύρω
μορμυρωπός
μορμύσσομαι
Μορμώ
μορμώ
μορμών
μορμωτός
μορνάμενος
μοροδικέω
μορόεις
μόρον
μόροξος
μοροπονέω
μόρος
Μόρος
μόροττον
μοροφεγγής
μόροχθος
Μορρεύς
μόρρια
μορρία
μορρίνη
μόρρινος
μόρσιμος
Μόρσιμος
μορσίνιος
Μόρσων
μορτή
μορτίον
μορτίτης γεωργός
μορτοβάτη
μορτόβατις
μορτόβατος
μορτός
Μόρυς
μορύσσω
Μορύχιος
Μόρυχος
μορφά
μορφάεις
μορφάζω
μόρφασμα
μορφασμός
μορφάω
Μορφεύς
μορφή
μορφήεις
μόρφνος
μορφνός
μορφοειδής
μορφοποιέω
μορφοποιΐα
μορφοποιός
μορφοσκοπία
μορφοσκόπος
μορφοφανής
μορφόω
…
Μόρσων
Save
Bailly 2024
Μόρσων,
ωνος
(
ὁ
)
Morsôn,
n. d’un chevrier,
Thcr.
Idyl.
5, 65
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}