μορμών Save Bailly 2024 Pape μορμών, όνος (ἡ) c. le préc. Ar. Pax 474, Ach. 582 ; gén. -ῶνος, Xén. Hell. 4, 4, 17. μορμών, ἡ, όνος u. μορμῶνος = μορμώ.