μόροξος Save LSJ Bailly 2024 μόροξος, ὁ, = μόροχθος, Gal. 12.198, Aët. 2.16. μόροξος, ου (ὁ) c. μόροχθος, Gal. 13, 255 ; Diosc. 5, 152. Étym. pré-grec.