μορμωτός
μορμωτός, frightful
μορμωτός, ή, όν, (as if from *μορμόω)
- frightful, Lyc. 342.
μορμωτός, ή, όν, terrible, effrayant, Lyc. 342.
Étym. μορμώ.
μορμωτός, gefürchtet, schrecklich, Lycophr. 349.
μορμωτός, frightful