Οἴαγρος Save Bailly 2024 Slater Pindar Οἴ·αγρος, ου (ὁ) Œagros, h. Ar. Vesp. 589 ; A. Rh. 1, 25. Étym. οἶς, ἄγριος ; cf. ὄναγρος. Οἴαγρος father of Orpheus, cf. Σ, P. 4.313 υἱὸν Οἰάγρου δὲ Ὀρφέα (Οἴαγρον v. l) Θρ. 3. 11.