About Report a problem

Menu

οἴαροι

οἴαροι· γυναῖκες, Suid. (= ὄαροι). οἰάς,
  • = βρυωνία, Hp. ap. Erot. (codd. Erot., but f. l. for οἰνάς). οἰατά· δυνά (Aeol.), Hsch. οἰάτειον κρέας· τὸ προβάτειον, Suid.

Saved

Recent