ὀθονοποιός
ὀθονοποιός, ὁ,
- v.l. for ὀθονιοποιός in Dsc. 5.134.
ὀθονο·ποιός, οῦ (ὁ) qui fabrique la toile, tisserand, Diosc. 5, 152.
Étym. ὀθόνη, ποιέω.
ὀθονοποιός, feine Leinwand machend, Diosc.