Πριαπίζω
Πριαπίζω, to be lewd
Πρῐαπ-ίζω, Ion. Πριηπ-,
- to be lewd, πάντα Πριηπίζω, κἂν ᾖ Κρόνος APl. 16.237 (Tymn.); to be ithyphallic, τραγέλαφος πριαπίζων prob. in IG 2(2).1388.62.