πρηΰγελως Save LSJ Bailly 2024 Pape πρηΰ-γελως, κτλ., v. πραϋ-. πρηΰ·γελως, v. πραΰγελως. πρηΰγελως, ὁ, ἡ, ion. = πραΰγελως, sanft lächelnd ; Ζέφυρος, M.Arg. 24 (X.4); auch von der Weinflasche, 18 (IX.229).