πρητήριον Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape πρητήριον, v. πρατήριον. πρητήριον, v. πρατήριον. πρητήριον Ion. voor πρατήριον. πρητήριον, τό, ion. = πρατήριον, Her. 7.23, neben ἀγορή.