σιγαλός
σῑγᾱλός, Dor. for σιγηλός (q.v.).
σιγαλός, v. σιγηλός.
σιγαλός, [ῑγᾱ], dor. statt σιγηλός, Pind.
σῑγᾱλός
- 1silent σιγαλὸν ἀμαχανίαν ἔργῳ φυγών P. 9.92