Στήλη Save Bailly 2024 Στήλη, ης, au pl. Στῆλαι, ῶν (αἱ) n. géogr. : Ἡρακλέους ou Ἡράκλειοι Στῆλαι (v. Ἡρακλῆς, Ἡράκλειος). Étym. ἵστημι.